Το καιρικό φαινόμενο Daniel στις αρχές Σεπτεμβρίου 2023 αποτέλεσε ορόσημο για την Ελληνική ασφαλιστική αγορά και κοινωνία ευρύτερα υπό το πρίσμα πλήθους παραμέτρων. Ανεξάρτητα από το εάν θεωρηθεί ότι το συμβάν αποτέλεσε ξεκάθαρη ένδειξη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, κατέστη σαφές σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ότι η συχνότητα και σφοδρότητα των καιρικών φαινομένων έχει πλήρως μεταβληθεί σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.
Ηλίας Γαλάνης, Διευθύνων Σύμβουλος της ΠΑΣΚΑΛ & ΣΤΡΑΤΗΣ ΑΕ (Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Οδηγό Ασφάλισης που κυκλοφόρησε με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 14/12/2025)

H Ελληνική ασφαλιστική αγορά ήταν επί σειρά ετών προσαρμοσμένη στους κινδύνους φωτιάς και, εν συνεχεία, σεισμού, πρακτικά παραγνωρίζοντας για μεγάλο διάστημα τη δυνητική έκθεση σε κινδύνους καιρικών φαινομένων. Από σχετικά στατιστικά στοιχεία αρχείου της ΠΑΣΚΑΛ & ΣΤΡΑΤΗΣ Α.Ε., προκύπτει σαφώς ότι η ποσοτικά κυριαρχούσα ζημιά κατά τη δεκαετία του 1980 και για σημαντικό τμήμα της δεκαετίας του 1990 ήταν η πυρκαγιά. Η ποσόστωση των πυρκαγιών επί συνόλου ζημιών υπερέβαινε το 50%, ενώ η αναλογία σε επίπεδο ύψους ζημιών ήταν περαιτέρω πλειοψηφική. Σταδιακά η συμμετοχή των πυρκαγιών στην κατανομή των ζημιών συρρικνώθηκε, με παράλληλη αύξηση των ζημιών από καιρικά φαινόμενα. Η εν λόγω τάση δεν αναστράφηκε, έστω προσωρινά, ούτε καν το 2018, χρονιά που έλαβαν χώρα οι καταστροφικές πυρκαγιές στο Μάτι και την Κινέττα. Η μεταστροφή κορυφώθηκε το 2023, όταν οι ζημιές πυρκαγιάς ήταν λιγότερες του 10% και οι ζημιές εκ καιρικών φαινομένων περισσότερες του 35%.
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία που τηρούνται από την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών, βάσει των οποίων οι συνολικές αποζημιώσεις από καιρικά φαινόμενα κατά την περίοδο 1993 – 2023 ανήλθαν σε περίπου 600.000.000€, εκ των οποίων ποσοστό 75% από το 2018 και μετά. Άνω του 50% των εν λόγω αποζημιώσεων αφορούσε σε ζημιές εκ του καιρικού φαινομένου Daniel, το οποίο συνιστά το μεγαλύτερο μεμονωμένο ασφαλιστικό συμβάν στην Ελλάδα, τουλάχιστον από το 1993, όταν και τηρούνται αναλυτικά στοιχεία. Σε περίπτωση δε που στο λογαριασμό αποζημιώσεων από φυσικές καταστροφές προστεθούν οι σεισμοί και οι δασικές πυρκαγιές, το συνολικό ύψος αποζημιώσεων κατά τα τελευταία 30 έτη προσεγγίζει το 1.000.000.000€.
Η περίπτωση των ζημιών από το φαινόμενο Daniel είχε μοναδικά χαρακτηριστικά για τα Ελληνικά δεδομένα, τόσο ως προς την έκταση που επηρεάσθηκε, όσο και σε σχέση με το μέγεθος των ζημιών. Ήδη το 2020 αντιμετωπίσθηκαν οι ζημιές από το καιρικό φαινόμενο Ιανός, εκ της σφοδρότητας του οποίου είχε αρχικά αναφερθεί εκτιμώμενη περίοδος επανάληψης 500 ετών. Μέσα σε πέντε έτη μόλις, υπήρξε επανάληψη του φαινομένου με πολλαπλάσια σφοδρότητα, πλήττοντας κυρίως τις ίδιες περιοχές. Οι ζημιές του κλάδου περιουσίας από το φαινόμενο ανήλθαν σε μέση αποζημίωση περίπου 71.000€, ενώ διαχρονικά το μέσο ύψος ζημιών περιουσίας από πλημμύρα κυμαίνεται περί τις 22.000€. Για να γίνει κατανοητή η έκταση των ζημιών, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ιστορικά η μέση αποζημίωση κατόπιν δασικής πυρκαγιάς (με πλήθος περιπτώσεων ολοσχερούς καταστροφής) οριακά υπερβαίνει το ποσόν των 46.000€. Οι ανωτέρω τάσεις επιβεβαιώνονται περαιτέρω από αντίστοιχα στατιστικά των κορυφαίων διεθνώς αντασφαλιστών.
Οι ζημιές από το φαινόμενο Daniel κάλυψαν όλο το φάσμα της δραστηριότητας στην περιοχή της Θεσσαλίας, με αντίστοιχη απεικόνιση και σε ασφαλιστικό επίπεδο. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι επλήγησαν οικίες, μικρές επιχειρήσεις, αποθήκες διαφόρων μεγεθών, μεταποιητικές μονάδες κάθε μεγέθους (ως και μεγάλες βιομηχανικές μονάδες), ξενοδοχεία, υποδομές, έργα, καλλιέργειες, θερμοκήπια, καθώς και ζωικό κεφάλαιο. Κατά γενική ομολογία, η ασφαλιστική αγορά επέδειξε ένα ιδιαίτερα θετικό πρόσωπο, τόσο σε επίπεδο ταχύτητας, όσο και ποιότητας ανταπόκρισης, ιδίως αν ληφθούν υπ’ όψιν οι περιορισμοί που ανέκυψαν εκ του συμβάντος, αλλά και εκ της διάρθρωσης της ίδιας της αγοράς.
Παρ’ όλα αυτά και παρά το ασύγκριτο για τα εγχώρια δεδομένα, μέγεθος των αποζημιώσεων, αυτές κάλυψαν μόνο ένα κλάσμα του συνόλου των ζημιών από το συμβάν, κατά τις περισσότερες εκτιμήσεις ίσως της τάξεως του 20%. Η πλειονότητα των πληγέντων βασίσθηκαν μερικώς ή ολικώς στην κρατική αρωγή για την αποκατάσταση των ζημιών τους, γεγονός που οδήγησε σε καθυστερήσεις και περιορισμούς των αποκαταστάσεων. Και πάλι αναδείχθηκε το έλλειμμα ασφαλιστικής κάλυψης και συνείδησης στην Ελλάδα, κυρίως όσον αφορά τις οικίες και τις μικρότερες επιχειρηματικές οντότητες και λιγότερο σε σχέση με τη μεγάλου μεγέθους επιχειρηματικότητα. Η εν λόγω διαπίστωση αποτέλεσε εν πολλοίς και αφορμή για τη νομοθετική παρέμβαση υποχρεωτικής ασφάλισης περιουσίας σε διάφορα επίπεδα, με τα όποια προβλήματα αυτή έχει αρχικώς προταθεί και εφαρμοσθεί.
Στα πλαίσια της αξιολόγησης των συνεπειών και του πλαισίου του συμβάντος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναδείχθηκαν με οξύτητα τα γνωστά, αλλά συχνά υποτιμημένα, προβλήματα της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς. Πέρα από τη χαμηλή ασφαλιστική διείσδυση, κρίσιμη παραμένει η αδυναμία προσέλκυσης νέων στελεχών, που θα δώσουν πνοή και τεχνογνωσία σε έναν κλάδο με αυξανόμενες απαιτήσεις.
Από την ανάλυση των επιπτώσεων μπορέσαμε να αντιληφθούμε περαιτέρω την καταστροφική δύναμη των υδάτων, την εγγενή επικινδυνότητα της γειτνίασης με ποταμούς, την ενδεχόμενη ανάγκη αναθεώρησης των παραδοχών μελέτης σε πολλούς τομείς, το χρονικό εύρος των επιπτώσεων από πλημμυρικά συμβάντα, τη σημαντικότητα της διασποράς κινδύνου και της ορθής αξιολόγησης αυτής και, πρωτίστως τη διαπίστωση ότι ουδείς είναι ασφαλής από τη δύναμη της φύσης . Κατά τη διαχείριση των εν λόγω ζημιών αντιμετωπίσαμε ζημιές που δεν αναμένονταν και άλλες που ήταν ζήτημα χρόνου να επέλθουν, ενώ η ιστορική έλλειψη της τοπικής εμπειρίας σε αντίστοιχα φαινόμενα, οδήγησε πολλές φορές στην υποεκτίμηση των κινδύνων, οδηγώντας σε ανεπαρκή προληπτική και τεχνική αξιολόγηση.
Ως αγορά κληθήκαμε εκ νέου να αντιμετωπίσουμε την σε βάθος ανάλυση του λεκτικού των συμβολαίων και έννοιες όπως περιορισμοί ή εξαιρέσεις κάλυψης, όρια και απαλλαγές, συντρέχουσα υπαιτιότητα, ανεπάρκεια κεφαλαίων βρέθηκαν στο προσκήνιο. Προσωπικά θεωρώ ότι η αγορά έδειξε ευρύτητα πνεύματος στην αξιολόγηση των υποθέσεων, χωρίς αυτό να αναιρεί ότι οι όροι των συμβολαίων είναι ισχυροί και κατ’ επέκταση σεβαστοί.
Κατά γενική ομολογία αναγνωρίστηκε η αμεσότητα στην παροχή των υπηρεσιών της ασφαλιστικής αγοράς, η οποία συχνά υπερέβη τον τυπικό της ρόλο (αποζημιώσεις), υποστηρίζοντας τους πληγέντες με ρευστότητα (προκαταβολές) και τεχνογνωσία, που ιδίως στο τμήμα των επιχειρηματικών ασφαλίσεων ενίσχυσαν τη βιωσιμότητα των ζημιωθέντων. Τα εμπλεκόμενα μέρη, ασφαλιστές, διαμεσολαβούντες, πραγματογνώμονες και σύμβουλοι, απέδειξαν ότι οι διακριτοί ρόλοι τους είναι μεν σαφείς, αλλά οι συνέργειες που προκύπτουν κατά τη διαχείριση των ζημιών συνιστούν μέγιστο όφελος για τους ασφαλισμένους.
Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί μελλοντική απειλή, αλλά παρούσα πραγματικότητα. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή της προϋποθέτει συνεργασία κράτους, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, επιμελητηρίων και ασφαλιστικών φορέων, ώστε να χαραχθεί κοινή στρατηγική πρόληψης και διαχείρισης κινδύνων. Επίσης, είναι αναγκαία η εκπαίδευση των πελατών ώστε να κατανοήσουν, πέραν της άμεσης ουσίας της ασφάλισης, το ρόλο και την ωφελιμότητα των επιμέρους παρεχόμενων υπηρεσιών που μπορούν να αξιοποιήσουν πριν και μετά τον κίνδυνο.
Η ανάγνωση των επιπτώσεων του συμβάντος υπενθύμισε ότι το μοντέλο κρατικής παροχής προστασίας κατά παντός κινδύνου δεν είναι βιώσιμο. Η επόμενη ημέρα απαιτεί μια ευρύτερη κοινωνία κινδύνου, με ενεργό ρόλο του ιδιωτικού τομέα και κυρίως της ασφαλιστικής αγοράς, χωρίς να εξαιρεθεί η συνδρομή του κράτους προνοίας (πρωτίστως σε εποπτικό και νομοθετικό επίπεδο), που ως έννοια είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη. Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η δίκαιη και αποτελεσματική διαχείριση των μελλοντικών φυσικών καταστροφών — με βάση την επιστήμη, την πρόληψη και τη συνετή κατανομή των διαθέσιμων πόρων.
.gif?rand=8217)

















