Μπορεί από την 1η Σεπτεμβρίου του 2024 να έχει αυξηθεί στις 800.000 ευρώ το όριο που απαιτείται για να δοθεί η άδεια για σπίτι σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Μύκονο, Σαντορίνη και άλλα νησιά με πληθυσμό άνω των 3.100 κατοίκων, κάτι που, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του Υπουργείου Μετανάστευσης, έχει επιβραδύνει τον ρυθμό των αιτήσεων, ωστόσο ο όρος της ασφάλισης παραμένει.
του Χρήστου Γαβαλά, (Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Οδηγό Ασφάλισης που κυκλοφόρησε με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 14/12/2025)
Να θυμίσουμε ότι, για την υπόλοιπη Ελλάδα, το ελάχιστο ποσό της επένδυσης ξεκινάει πλέον από τις 400.000 ευρώ, ενώ στις προϋποθέσεις προβλέπεται ότι η επένδυση θα αφορά σε ένα μόνο ακίνητο, του οποίου η ελάχιστη επιφάνεια να είναι τα 120 τ.μ. Το ελάχιστο ποσό επένδυσης παραμένει στις 250.000 ευρώ, εάν αφορά σε ακίνητο του οποίου επιτρέπεται η αλλαγή χρήσης σε κατοικία, σε ακίνητο που αποτελεί βιομηχανικό κτίριο ή τμήμα βιομηχανικού κτιρίου, εφόσον δεν έχει λειτουργήσει ως τέτοιο τα τελευταία πέντε έτη, ή σε διατηρητέο κτίριο προς αποκατάσταση, εφόσον αυτή έχει ολοκληρωθεί.
Όλα ξεκινούν από τη συμπερίληψη ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου υγείας στα προαπαιτούμενα της αίτησης. Το συμβόλαιο αυτό καλύπτει το φυσικό πρόσωπο πίσω από την επένδυση (είτε γίνεται με αγορά ακινήτου είτε με προθεσμιακές καταθέσεις είτε με επένδυση) και την οικογένειά του για ιατροφαρμακευτικές ανάγκες εντός Ελλάδος και αποτελεί προϋπόθεση για την έγκριση της άδειας διαμονής.
Ασφάλιση πολλών ταχυτήτων
Τι χρειάζεται επομένως να έχει τυπικά ο αιτών, σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στη σχετική προκήρυξη του Υπουργείου Μετανάστευσης; Πρέπει να προσκομίσει βεβαίωση από ασφαλιστικό φορέα για το κόστος νοσηλείας και ιατρικής περίθαλψης. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτή την τυπική απαίτηση; Από τη συζήτησή μας με την ασφαλιστική σύμβουλο Άννα Νικηφορίδου (της εξέχουσας κατηγορίας Diamond της Interamerican), η οποία έχει μακρά εμπειρία σε θέματα εκδόσεως Golden Visa, προκύπτει ότι μπορούν να εξαχθούν κρίσιμα συμπεράσματα και για τη γραφειοκρατική πραγματικότητα, αλλά και για το προφίλ όσων επιλέγουν να επενδύσουν στην Ελλάδα. Η ασφάλιση αυτή, μας επισήμανε, μπορεί «είτε να δοθεί ως ένα προϊόν ιδιαίτερα χαμηλής αξίας και χωρίς κάποια ουσιαστική κάλυψη είτε με συνδυασμό προϊόντων, τα οποία είναι μεγαλύτερης αξίας και προσδίδουν πρόσβαση σε ιδιωτικά και δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα».

Η κ. Νικηφορίδου κάνει ειδική αναφορά στα ειδικά σχεδιασμένα ασφαλιστικά προγράμματα της ελληνικής αγοράς, που συχνά αναφέρονται ως «Ασφάλιση Αλλοδαπών» ή ως «Golden Visa Plans», τα οποία χαρακτηρίζει ως «τυποποιημένα», έχοντας σχεδιαστεί ώστε να καλύπτουν ακριβώς τις ελάχιστες νομικές απαιτήσεις για την έκδοση της άδειας διαμονής και προσφέροντας βασική κάλυψη (κυρίως νοσοκομειακή) με χαμηλό ασφάλιστρο. Σίγουρα, σημειώνει, «τα προϊόντα κόστους 100-120 ευρώ μπορεί για την περιφέρεια και για το ελληνικό κράτος να είναι αρκετά, για την κοινωνική ανάγκη της υγείας όμως δεν είναι» και «συνήθως υπολείπονται και σε επίπεδο underwriting αλλά και σε επίπεδο καλύψεων». Ένα συμβόλαιο δεκαπλάσιας αξίας, εκτιμά, μπορεί να καλύψει σχεδόν όλες τις ανάγκες (εκτός από φάρμακα) ενός expat. Υπό αυτό το πρίσμα, λέει η κ. Νικηφορίδου, «πολλοί επενδυτές επιλέγουν να προσαρμόσουν την κάλυψη στις δικές τους ανάγκες, αγοράζοντας ευρύτερα πακέτα υγείας (π.χ. με εξωνοσοκομειακές παροχές, πρόσβαση σε ιδιωτικές κλινικές, check-up), τα οποία φυσικά υπερκαλύπτουν την απαίτηση του νόμου» και πως «η τελική επιλογή εξαρτάται από το αν ο επενδυτής θέλει απλώς να καλύψει την προϋπόθεση ή να έχει ουσιαστική ιατρική περίθαλψη στην Ελλάδα».
Διευκρινίζει μάλιστα ότι η δική της ομάδα παρέχει μόνο τη δεύτερη λύση, επιθυμώντας να έχει ασφαλισμένους που απολαμβάνουν διευρυμένες καλύψεις. Ποιοι επιλέγουν τα ακριβά συμβόλαια Όπως προσθέτει, πάντως, το προφίλ των αιτούντων είναι διαφοροποιημένο, αλλά με εμφανείς τάσεις. «Οι άνθρωποι που επιλέγουν πιο καλά και ακριβά συμβόλαια είναι είτε προερχόμενοι από κοινωνίες στις οποίες δεν υφίσταται κοινωνική ασφάλιση, όπως π.χ. η Αμερική, είτε από οικονομίες μεγαλύτερης κλίμακας από την ελληνική, π.χ. η Ρωσία. Επίσης καλοί αγοραστές,
αλλά σε λογικά πλαίσια, είναι οι Ισραηλινοί και οι Τούρκοι». Από την άλλη, ωστόσο, τοποθετεί αγοραστές που προτιμούν για δικούς τους λόγους την απόλυτα βασική κάλυψη, οι οποίοι όπως λέει προέρχονται κυρίως από τη Βρετανία αλλά και από τον Καναδά, «καθώς εκεί η ασφάλιση είναι εντελώς δωρεάν, οπότε τους προκαλεί έκπληξη αρχικά η ιδέα πως θα πρέπει να ασφαλιστούν σε μια ιδιωτική εταιρεία». Η εμπειρία, πάντως, διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το πού κατατίθεται ο φάκελος.
«Σίγουρα οι πιο μικρές περιφέρειες, όπως η Πελοπόννησος, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, η Θεσσαλία, έχουν καλύτερες ταχύτητες, αλλά λιγότερη ευελιξία ως προς τον νόμο. H Κεντρική Μακεδονία, η Κρήτη και η Αττική έχουν μικρότερες ταχύτητες λόγω ενδεχόμενου φόρτου εργασίας, μεγάλη εμπειρία όμως, που κάνει τους υπαλλήλους πιο ευέλικτους ως προς την κατανόηση του νόμου». Αν και η νομοθεσία απαιτεί μόνο κάλυψη υγείας, πολλοί επενδυτές ζητούν και πρόσθετες ασφαλιστικές υπηρεσίες, συχνά με την προτροπή των συμβούλων τους. Η ασφάλεια κατοικίας, ειδικά όταν πρόκειται για πολυτελή ακίνητα ή εξοχικές κατοικίες που παραμένουν για μεγάλο διάστημα κενές, αποτελεί πλέον σχεδόν καθιερωμένη επιλογή, ενώ ακολουθούν οι ασφαλίσεις αυτοκινήτου, ιδιαίτερα όταν ο επενδυτής εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα.
Παράλληλα, όπως προσθέτει, η προβολή των προσφερόμενων συμβολαίων με σωστή μετάφραση στα αγγλικά είναι σημαντική από πλευράς ασφαλιστικών εταιρειών, ειδικά για τους ανθρώπους εκείνους που έρχονται στην Ελλάδα για να ζήσουν και οι οποίοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη για ασφάλιση νοσοκομειακής περίθαλψης ως απολύτως απαραίτητη, αποσκοπώντας να βρουν το καλύτερο πακέτο ακόμα και ανεξαρτήτως κόστους. •
.gif?rand=3808)

















