Το αυξανόμενο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης αποτελεί πλέον κοινό πονοκέφαλο σε όλες τις ανεπτυγμένες αγορές. Από το Παρίσι μέχρι το Σικάγο και από τη Μαδρίτη μέχρι τη Βοστώνη, οι ασφαλιστικές εταιρείες υγείας βρίσκονται αντιμέτωπες με την ίδια σκληρή εξίσωση: οι πληρωμές για νοσηλείες αυξάνονται πιο γρήγορα από τα έσοδά τους.
Οι τιμές των ιατρικών πράξεων, η γήρανση του πληθυσμού, η αυξανόμενη χρήση ακριβών θεραπειών και η συγκέντρωση ισχύος στα χέρια λίγων μεγάλων ομίλων-παρόχων έχουν εκτοξεύσει τις δαπάνες.
της Ευγενίας Τζώρτζη (Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Οδηγό Ασφάλισης που κυκλοφόρησε με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 14/12/2025)
Στην Ευρώπη, τα στοιχεία δείχνουν ετήσιες αυξήσεις αποζημιώσεων 6-10%, ενώ σε επιμέρους κλάδους –όπως τα νοσοκομειακά προγράμματα– η αύξηση ξεπερνά το 15%. Στις ΗΠΑ, η αύξηση της δαπάνης για την υγεία υπερβαίνει συστηματικά τον πληθωρισμό, με τις ασφαλιστικές να βλέπουν τα loss ratios να πιέζονται σε επίπεδα που απειλούν τη βιωσιμότητα των προϊόντων τους.
Η τάση αυτή, που επηρεάζει οριζόντια όλες τις αγορές, αναδεικνύεται σε βασικό πρόβλημα της ασφαλιστικής αγοράς και στη χώρα μας, όπου η δημογραφική γήρανση εξελίσσεται σε ωρολογιακή βόμβα. Την αύξηση του κόστους των αποζημιώσεων καλούνται να πληρώσουν οι ασφαλισμένοι, με τα στοιχεία στην Ελλάδα να είναι αποκαλυπτικά. Το α΄ εξάμηνο του 2025 οι αποζημιώσεις στα ισόβια προγράμματα ανήλθαν σε 169,6 εκατ. ευρώ (+8,3%), ενώ στα ετησίως ανανεούμενα εκτοξεύθηκαν στα 126,6 εκατ. ευρώ (+25,7%).
Συνολικά οι πληρωμές προς παρόχους ανέβηκαν +15,1%, όταν οι «εργασίες», δηλαδή τα ασφάλιστρα, κινήθηκαν +11,8%. Με απλά λόγια, οι πληρωμές τρέχουν πιο γρήγορα από τα έσοδα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκονται μπροστά σε μια στρατηγική καμπή, που οδηγεί στον μετασχηματισμό του ρόλου τους. Στόχος, από παθητικοί πληρωτές του νοσηλευτικού κόστους να λειτουργήσουν ως ενεργοί διαχειριστές της φροντίδας και του κόστους.
Από πληρωτές σε παρόχους φροντίδας
Ο παραδοσιακός τρόπος λειτουργίας –να πληρώνουν αποζημιώσεις χωρίς να παρεμβαίνουν ουσιαστικά στο πώς παρέχεται η φροντίδα– δεν είναι πλέον βιώσιμος και οδηγεί τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να μπαίνουν πιο βαθιά στην «αλυσίδα αξίας» της υγείας, προβλέποντας, ελέγχοντας και σε αρκετές περιπτώσεις παρέχοντας οι ίδιες υπηρεσίες υγείας. Η αλλαγή αυτή στηρίζεται σε συγκεκριμένες κινήσεις: με εξαγορές και συγχωνεύσεις, νέες μορφές συνεργασιών, ενσωμάτωση τεχνολογίας, νέους τρόπους τιμολόγησης και αυστηρότερο έλεγχο των ροών των ασθενών. Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η στροφή στα value-based συμβόλαια.
Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για value-based συμβάσεις – μοντέλα στα οποία ο πάροχος δεν πληρώνεται για κάθε πράξη ξεχωριστά, αλλά για το αποτέλεσμα της θεραπείας ή το συνολικό επεισόδιο φροντίδας. Τα λεγόμενα «bundled payments» κερδίζουν έδαφος κυρίως σε χειρουργικές πράξεις και χρόνιες παθήσεις, συμβάλλοντας στον περιορισμό των περιττών ιατρικών πράξεων και στην καλύτερη διαχείριση της φροντίδας. Ένας ακόμη κρίσιμος πυλώνας είναι η μετατόπιση της φροντίδας σε φθηνότερα περιβάλλοντα. Οι ημερήσιες νοσηλείες (day clinics), οι υπηρεσίες τηλεϊατρικης και τα οργανωμένα πρωτοβάθμια δίκτυα λειτουργούν ως ανάχωμα στην ακριβή νοσοκομειακή περίθαλψη. Οι μεγάλες εταιρείες, όπως η AXA, έχουν επενδύσει σε τηλεϊατρικές πλατφόρμες που λειτουργούν ως πρώτος σταθμός για τους ασφαλισμένους, μειώνοντας έτσι τις επισκέψεις στα επείγοντα ή τις άσκοπες εισαγωγές.
Out of pocket: ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»
Στη χώρα μας το πρόβλημα είναι διττό λόγω των υψηλών ιδιωτικών πληρωμών που καταβάλλουν οι πολίτες με τη μορφή out of pocket. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, οι ιδιωτικές πληρωμές ανήλθαν το 2023 σε 6,5 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 34,3% της συνολικής δαπάνης, που έφτασε στα 18,9 δισ. ευρώ (δημόσιας και ιδιωτικής).
Αντιστοίχως, η ιδιωτική δαπάνη μέσω ασφαλιστηρίων συμβολαίων ήταν μόλις 818 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 4,3% της συνολικής δαπάνης. Έτσι, οι ιδιωτικές πληρωμές για την υγεία αποτελούν το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών (δημόσιων και ιδιωτικών) και το θέμα της πρόσβασης και της αποτελεσματικής κατανομής των πόρων υγείας είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο, που παραμένει ένα αθέατο και άλυτο πρόβλημα παρά τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα κατατάσσεται 3η από το τέλος μεταξύ 22 ευρωπαϊκών χωρών σε ό,τι αφορά τη συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη για την υγεία με 3.380 δολάρια ετησίως (έναντι 8.441 στη Γερμανία, 6.924 στη Γαλλία, 4.992 στην Ισπανία και 4.765 δολάρια στην Πορτογαλία). Την ίδια στιγμή κατατάσσεται στην 6η θέση μεταξύ των 22 ευρωπαϊκών χωρών όσον αφορά την κατά κεφαλήν ιδιωτική δαπάνη υγείας, με 1.296 δολάρια ετησίως (έναντι 1.834 στο Βέλγιο, 1.826 στην Πορτογαλία, 1.784 στην Αυστρία, 1.573 στην Ιρλανδία και 1.301 στη Σλοβενία). Σε ό,τι αφορά τη δημόσια δαπάνη, η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση με 2.084 δολάρια έναντι 7.253 δολαρίων, που είναι η υψηλότερη δημόσια δαπάνη, στη Γερμανία. Αιτία είναι η απουσία μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, που θα εμπλέκει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και θα εξασφαλίζει τη δίκαιη πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, επιμερίζοντας αποδοτικά τους διαθέσιμους πόρους.
Ένα θνησιγενές μοντέλο
Η υψηλή συμμετοχή των πολιτών στις δαπάνες υγείας μέσω των out of pocket πληρωμών, όπως επισήμανε ο πρόεδρος της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου, μιλώντας στο 4ο συνέδριο της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος, αποτελεί ένα θνησιγενές μοντέλο, αναδεικνύοντας την ανάγκη για αύξηση της συμμετοχής των ασφαλιστικών εταιρειών στο μερίδιο της ιδιωτικής δαπάνης.
Παράλληλα, ωστόσο, ο κλάδος αντιμετωπίζει το συνεχώς αυξανόμενο κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, που υπονομεύει τη βιωσιμότητά του. Η διεύρυνση του μεριδίου της ασφαλιστικής αγοράς περνάει μέσα από την καθιέρωση των DRGs, που θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και την ορθολογική τιμολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού στους ιδιωτικούς παρόχους υγείας, αλλά και τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα έτσι ώστε να ενισχυθεί η προσφορά νοσηλευτικών υπηρεσιών και να επιτευχθεί μερικώς η απεξάρτηση του ασφαλιστικού κλάδου από τους ιδιωτικούς παρόχους.
Μιλώντας στο ίδιο συνέδριο, ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους εξέφρασε την «ετοιμότητα» της πολιτείας να διαθέσει συγκεκριμένα νοσηλευτικά πακέτα και γιατρούς του δημόσιου συστήματος για να εξυπηρετήσουν περιστατικά της ιδιωτικής ασφάλισης. «Είμαστε έτοιμοι να εξυπηρετήσουμε στα δημόσια νοσοκομεία περιστατικά που προέρχονται από την ιδιωτική ασφάλιση», υπογράμμισε στην τοποθέτησή του, καλώντας τις εταιρείες «σε ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας, ώστε να βρεθούν λύσεις για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ασθενών».
Το κάλεσμα της πολιτείας βρίσκει ευήκοα ώτα στην ασφαλιστική αγορά, η οποία έχει θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων δέσμη προτάσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Μεταξύ αυτών:
→ Η γενίκευση των DRGs στον ιδιωτικό τομέα για εξορθολογισμό νοσηλίων.
→ Η επανεξέταση του ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας και η ελάφρυνση της φορολόγησης με 15% στα ασφάλιστρα, ώστε να γίνουν πιο προσιτά.
→ Η ανάπτυξη ΣΔΙΤ με δημόσια νοσοκομεία, ώστε να αυξηθεί συνολικά η διαθεσιμότητα υπηρεσιών.
Κοινός τόπος, όπως επισημάνθηκε στο ίδιο συνέδριο από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εθνικής Ασφαλιστικής Δημήτρη Μαζαράκη, «η χάραξη μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για το μέλλον της υγείας στη χώρα μας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ταχύτερη και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας».
Πώς θα σταματήσει η ανεξέλεγκτη άνοδος του κόστους νοσηλείας
Τον δρόμο της νέας στρατηγικής στον τομέα της ασφάλισης και της υγείας δείχνουν οι εξελίξεις σε Ευρώπη και Αμερική, όπου οι εξαγορές οι συνεργασίες, οι τεχνολογικές επενδύσεις, οι ρυθμιστικές ισορροπίες συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα: ο κλάδος της ασφάλισης υγείας εισέρχεται σε μια νέα εποχή ενεργού ρόλου.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες σχεδιάζουν και επηρεάζουν το πώς θα παρέχεται η φροντίδα, σε ποια δομή, με ποιο κόστος και με ποια τιμολόγηση. Στις ΗΠΑ, αυτό μεταφράζεται σε συγκέντρωση ισχύος και κάθετη ενοποίηση. Στην Ευρώπη, σε συντονισμένες συνεργασίες και ελεγχόμενη είσοδο στα «μονοπάτια» της φροντίδας. Ο στόχος είναι κοινός: να σταματήσει η ανεξέλεγκτη άνοδος του κόστους νοσηλείας και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων υγείας. Προς την κατεύθυνση αυτή η καθετοποίηση είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική τάση της τελευταίας δεκαετίας. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν περιορίζονται πλέον στο να ασφαλίζουν κινδύνους, αλλά αποκτούν νοσοκομεία, κλινικές και δίκτυα πρωτοβάθμιας φροντίδας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η United Health Group έχει γίνει ο πιο χαρακτηριστικός παίκτης αυτής της στρατηγικής, καθώς μέσω της Optum Health ελέγχει πάνω από 90.000 γιατρούς και 2.200 κλινικές.
Η CVS Health εξαγόρασε την Aetna και αξιοποιεί το δίκτυο των φαρμακείων για την πρόσβαση των πελατών της στο διευρυμένο δίκτυο της Sanitas. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η Bupa, ιδιοκτήτρια του Cromwell Hospital στο Λονδίνο από το 2008, είναι ιστορικά καθετοποιημένη ασφαλιστική και εντείνει το directto- customer αποτύπωμά της αγοράζοντας κλινικές, όπως το London Medical το 2024 και νωρίτερα τις μονάδες Blackberry Clinics & Smart Clinics. Στην Πορτογαλία, η μεγαλύτερη ασφαλιστική της χώρας, η Fidelidade, απέκτησε τον όμιλο Luz Saúde το 2014 και παραμένει ο κυρίαρχος μέτοχος, με καθετοποιημένη παροχή υπηρεσιών υγείας. Στην Πολωνία, ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός όμιλος, PZU, έχει χτίσει μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων κλινικών και πολυϊατρείων (π.χ. Alergo-Med, Multimed/Elvita, CM Św. Łukasz) την PZU Zdrowie ως δίκτυο παρόχων, το οποίο, αν και δεν είναι κυρίως «νοσοκομειακό» όπως τα ισπανικά ή τα πορτογαλικά παραδείγματα, αποτελεί μια ξεκάθαρη μορφή καθετοποίησης στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια φροντίδα.
Ολιγοπώλιο στην Ελλάδα
Στη χώρα μας η διάρθρωση της αγοράς επιβάλλει δραστικές παρεμβάσεις και «το κόψιμο του γόρδιου δεσμού», όπως επισήμανε της ως πρωτοβάθμιο σταθμό υγείας, ενώ η Cigna επενδύει στην Evernorth. Οι εξαγορές αυτές δεν είναι απλώς επιθετικές επιχειρηματικές κινήσεις, αλλά αποτελούν εργαλεία ελέγχου του κόστους και της διαδρομής του ασθενούς στο σύστημα. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει επίσης ότι η καθετοποίηση προχωράει με ταχείς ρυθμούς, με ενδεικτικότερες περιπτώσεις την Ισπανία, όπου χαρακτηριστικό παράδειγμα καθετοποίησης αποτελεί η Sanitas (θυγατρική της Bupa), η οποία είναι ταυτόχρονα ασφαλιστική και ιδιοκτήτρια/διαχειρίστρια των Sanitas Hospitales. Διαχειρίζεται τέσσερα ιδιωτικά νοσοκομεία, 25 ιδιωτικά ιατρικά κέντρα, 17 προηγμένα κέντρα αποκατάστασης, ένα κεντρικό εργαστήριο και μια ερευνητική ιδρυματική οργάνωση. Το χαρτοφυλάκιό της επεκτείνεται με το άνοιγμα του νέου νοσοκομείου Blua Sanitas Valdebebas το 2025, ενώ έχει ανακοινωθεί η κατασκευή τριών νέων νοσοκομείων στη Βαρκελώνη, στη Μάλαγα και στην περιοχή Αργκανθουέλα στη Μαδρίτη.
Η ασφαλιστική υγείας ASISA κατέχει και διαχειρίζεται το μεγαλύτερο ισπανικό νοσοκομειακό δίκτυο HLA, που διαθέτει 19 νοσοκομεία και περίπου 39 πολυϊατρεία, ενώ η Generali Spain έχει συνάψει 10ετή στρατηγική συμφωνία (2023-2033) χαρακτηριστικά μιλώντας στο συνέδριο της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος ο διευθύνων σύμβουλος της Generali Hellas, Πάνος Δημητρίου. Ο κ. Δημητρίου υπογράμμισε ότι στον τομέα της υγείας υπάρχει «ολιγοπώλιο, καθώς η αγορά ελέγχεται από δυόμισι funds», και έθεσε το θέμα της συνεργασίας με το Δημόσιο, αλλά και της εισόδου νέων επενδυτών στον κλάδο, ως αναγκαίο για να αντιμετωπιστεί το υψηλό κόστος νοσηλείας στον ιδιωτικό τομέα.
Η αγορά, όπως τόνισε, «χρειάζεται τολμηρές λύσεις» και στη βάση αυτή η Generali Hellas προχώρησε στην εξαγορά της Ευρωκλινικής –η διαδικασία είναι σε εξέλιξη– ξεκαθαρίζοντας ότι «αν χρειαστεί να προχωρήσουμε και σε άλλες κινήσεις, θα το κάνουμε». Ο όμιλος της Ευρωκλινικής διαθέτει δύο γενικές κλινικές (Ευρωκλινική Αθηνών και Παίδων) με συνολική δυναμικότητα 175 κλινών και συνεργασία με 300 μόνιμους και πάνω από 1.000 συνεργάτες ιατρούς. Σε παρόμοια στρατηγική συνεργασία προσανατολίζεται και η Εθνική Ασφαλιστική, η οποία έως τα τέλη του χρόνου περνάει υπό την ιδιοκτησία της Τράπεζας Πειραιώς και μέσω αυτής της μετοχικής σχέσης θα επιδιώξει να ενισχύσει τη συνεργασία της με το δίκτυο του ομίλου Ημιθέα (ιδιοκτήτη του «Ερρίκος Ντυνάν»).
Η Ημιθέα είναι υπό τη διαχείριση της Strix Holdings, που ανήκει επίσης στην Τράπεζα Πειραιώς, και η συνύπαρξη Εθνικής Ασφαλιστικής και Ημιθέα υπό τη μετοχική ομπρέλα της Τράπεζας Πειραιώς ανοίγει τον δρόμο για την αποτελεσματικότερη συνεργασία στον τομέα της παροχής νοσοκομειακών υπηρεσιών και κυρίως τη μείωση της εξάρτησης από τους μεγάλους παρόχους υγείας. Να σημειωθεί ότι η Ημιθέα ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 2025 την εξαγορά των κλινικών της Euromedica, δημιουργώντας ένα δίκτυο κλινικών με ευρεία γεωγραφική κάλυψη στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, ο νέος όμιλος διαθέτει πλέον έξι γενικές και μαιευτικές κλινικές σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ρόδο και Κοζάνη, ένα κέντρο αποκατάστασης και μία μονάδα IVF στη Θεσσαλονίκη, καθώς και συμμετοχές σε άλλα κέντρα αποκατάστασης και εταιρείες προμηθειών και πληροφορικής. Αριθμεί συνολικά περισσότερες από 1.200 κλίνες δευτεροβάθμιας φροντίδας, ενώ στο δίκτυο των κλινικών του απασχολούνται περισσότεροι από 2.500 εργαζόμενοι και 3.500 συνεργάτες ιατροί. Η διάρθρωση της αγοράς Το μερίδιο αγοράς της Ημιθέα στον τομέα των γενικών κλινικών διαμορφώνεται στο 6,6%, ενώ το μερίδιο αγοράς της Ευρωκλινικής προσεγγίζει το 6% και παρότι η ανάπτυξη συνεργασιών με τον κλάδο των ασφαλιστικών δεν σπάει το ολιγοπώλιο των μεγάλων παρόχων υγείας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερες συνέργειες μεταξύ των δύο πόλων της αγοράς.
Υπενθυμίζεται πως κυρίαρχο ρόλο στην αγορά διαδραματίζει ο όμιλος Hellenic Healthcare, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα νοσοκομεία Υγεία, Metropolitan και το μαιευτήριο Μητέρα, και διαθέτει μερίδιο 33,9% στην αγορά των γενικών κλινικών, 35% στην αγορά των μαιευτικών κλινικών, 4,7% στην αγορά των διαγνωστικών κέντρων και 23,5% στο σύνολο της ιδιωτικής αγοράς υγείας. Ακολουθούν ο όμιλος του Ιατρικού Κέντρου με μερίδιο αγοράς 25% στις γενικές κλινικές και ο όμιλος της Βιοϊατρικής με μερίδιο 2,8% στην αγορά των γενικών κλινικών και 9% συνολικά στην αγορά των γενικών κλινικών και των διαγνωστικών κέντρων. Να σημειωθεί ότι κρίσιμο θέμα αποτελεί και η συγκέντρωση των περιστατικών νοσηλείας στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα δείκτη συγκέντρωσης της αγοράς. Βασικό πόλο στην προσπάθεια μετασχηματισμού του κλάδου συνιστά επίσης ο όμιλος της Interamerican, που διαθέτει μετοχική σχέση με την Αθηναϊκή Γενική Κλινική και, σε συνδυασμό με τα πολυϊατρεία Medifirst, έχει αναπτύξει την πρωτοβάθμια υγεία με στόχο τον καλύτερο έλεγχο των περιστατικών νοσηλείας.
Με τον τρόπο αυτόν ο ασφαλιστικός κλάδος στη χώρα μας επιχειρεί να βαδίσει στα χνάρια της ευρωπαϊκής εμπειρίας και να περιορίσει το φαινόμενο οι ασφαλιστικές εταιρείες να λειτουργούν ως παθητικοί μεσάζοντες στις σχέσεις τους με τα νοσοκομεία, αναλαμβάνοντας να πληρώνουν το κόστος νοσηλείας, το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάζουν στους ασφαλισμένους τους μέσα από τις υψηλές αυξήσεις στα ασφάλιστρα. «Για κάθε 100 ευρώ που εισπράττουμε χάνουμε σταθερά 10 ευρώ», υποστήριξε στο ίδιο συνέδριο ο διευθύνων σύμβουλος της Interamerican, Γιάννης Καντώρος, και το ερώτημα είναι μέχρι πότε μπορεί να συνεχιστεί αυτό. «Δεν μπορούμε συνέχεια να αγοράζουμε το ακριβότερο», δήλωσε χαρακτηριστικά, γιατί κάποια στιγμή ο λογαριασμός θα φτάσει στα ύψη και θα οδηγηθούμε στο φαινόμενο λίγοι Ελληνες να μπορούν τελικά να αγοράσουν ασφάλιση υγείας».
Μεγέθυνση της αγοράς
Εκτός από την υψηλή συγκέντρωση στον κλάδο, τα μεγέθη συνηγορούν υπέρ της σημαντικής αύξησης της αγοράς υγείας. Όπως προκύπτει από τη μελέτη της ICAP για τις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας στη χώρα μας, η αξία της συνολικής αγοράς των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας το 2024 ήταν αυξημένη κατά 6,4%, με το μέγεθος της αγοράς των κλινικών να αυξάνεται κατά 6,3%, των διαγνωστικών κέντρων κατά 4,3% και κατά 5,3% η αγορά των μαιευτικών – γυναικολογικών κλινικών. Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 44 εταιρειών λειτουργίας ιδιωτικών γενικών κλινικών, προκύπτουν σωρευτική αύξηση του κύκλου εργασιών 38,75% την 5ετία 2020-2024 και κερδοφόρα αποτελέσματα. Αντιστοίχως για τα διαγνωστικά κέντρα, με βάση τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 45 εταιρειών, προκύπτουν σωρευτική αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 33,1% την ίδια περίοδο και υποχώρηση των καθαρών κερδών το 2024. Το δε μέγεθος της αγοράς των ιδιωτικών κλινικών εκτιμάται στο ύψος του 1,2 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 6,3% σε σύγκριση με το 2023, ενώ για το 2025 εκτιμάται πως θα ξεπεράσει το 1,3 δισ. ευρώ. Το μέγεθος της αγοράς των διαγνωστικών και λοιπών κέντρων για το 2024 εκτιμάται στα 536 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο κατά 4,3% σε σύγκριση με το 2023, ενώ η εκτίμηση για το 2025 ανεβάζει το μέγεθος της αγοράς στα 574 εκατ. ευρώ (αύξηση 7,3%), υποβοηθούμενη και από το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» του υπουργείου Υγείας, που έχει ενισχύσει τη ζήτηση για διαγνωστικές υπηρεσίες. Η εκτίμηση για το 2025 ανεβάζει την αξία της συνολικής αγοράς των ιδιωτικών κλινικών κατά 4,1%, των μαιευτικών – γυναικολογικών κλινικών κατά 4,5% και των διαγνωστικών κέντρων κατά 7%. Παρά τη σοβαρή αύξηση των υπηρεσιών υγείας, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των κλινών στα ιδιωτικά θεραπευτήρια της χώρας την περίοδο 2010-2023 έχει σταθεροποιηθεί στο επίπεδο των 14.615, καταγράφοντας μικρή μείωση συγκριτικά με το 2011, οπότε είχε καταγραφεί ο μεγαλύτερος αριθμός κλινών: 15.584. Η «εργαλειοθήκη» των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών
Στην Ευρώπη, πέρα από τις εξαγορές, τις συγχωνεύσεις και τις συνεργασίες με τα νοσοκομεία, οι ευρωπαϊκές κόστος νοσηλείας, χρησιμοποιούν ένα μείγμα συμβολαίων, οργάνωσης δικτύου, τεχνολογίας και σχεδιασμού προϊόντων. Ο αθόρυβος καταλύτης όλων αυτών των εξελίξεων είναι η τεχνολογία, που επιτρέπει, μέσα από Predictive analytics, εργαλεία ΤΝ, wearables και πλατφόρμες τηλεϊατρικής, να κάνουν πράξη τη νέα στρατηγική τους, επιτρέποντας τον στοχευμένο έλεγχο κόστους χωρίς μείωση υπηρεσιών.
Τα μέτρα περιλαμβάνουν:
→ Value-based συμβόλαια, δηλαδή προγράμματα όπου η αποζημίωση βασίζεται στα αποτελέσματα της θεραπείας και όχι στις ιατρικές πράξεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πολυετές συμβόλαιο της Bupa UK με το Cleveland Clinic London, που περιλαμβάνει πιλοτικό σχήμα με value-based λογική και «noshortfall » μοντέλο εγγυήσεων για τις αμοιβές ιατρών (ο ασφαλισμένος δεν πληρώνει διαφορά). Στόχος είναι η βελτίωση των κλινικών και οικονομικών αποτελεσμάτων και η μείωση των έξτρα χρεώσεων.
→ Ανάπτυξη του network steering, όπου αντί για ιδιόκτητο δίκτυο, οι εταιρείες επιλέγουν τις μακροχρόνιες συμβάσεις πρόσβασης στα νοσοκομεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 10ετής συνεργασία μεταξύ Generali Spain και Sanitas, που σταθεροποιεί τις τιμές και την πρόσβαση, ενώ παράλληλα διευκολύνει τον σχεδιασμό προβλέψιμων προϊόντων με πιο σταθερό loss ratio. Επιπλέον, εφαρμόζονται συμφωνίες- πλαίσιο με παρόχους σε αγορές με ελεγχόμενο ανταγωνισμό, ώστε να περιοριστεί η προκλητή ζήτηση και να ευθυγραμμιστούν παροχές και τιμές.
→ Μετατόπιση της φροντίδας σε πιο οικονομικά settings. Παραδείγματα είναι οι ημερήσιες νοσηλείες και χειρουργεία (daycase/ ambulatory) που μεταφέρουν επεμβάσεις από το ακριβό inpatient στο εξωνοσοκομειακό περιβάλλον, ενταγμένα σε ασφαλιστικά πακέτα (bundled συμβόλαια). Αυτά περιλαμβάνουν ένα σύνολο υπηρεσιών ή θεραπειών με ενιαίο ποσό ή ετήσιο πάγιο, μειώνοντας έτσι τη σπατάλη και τις υπερβάσεις.
→ Τηλεϊατρική και εικονική φροντίδα στην πρώτη γραμμή με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την επένδυση της AXA σε 24/7 πλατφόρμες τηλεϊατρικής και «payer-to-partner», ώστε να αντιμετωπίζει μέρος της ζήτησης πριν φτάσει το περιστατικό στο νοσοκομείο. Αυτό συμβάλλει στη μείωση των επισκέψεων στα επείγοντα, στη διαχείριση χρόνιων παθήσεων και στη σωστή κατεύθυνση του ασφαλισμένου στο κατάλληλο επίπεδο φροντίδας.
→ Έλεγχος και παρακολούθηση της χρήσης και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας (utilization & quality management), μέσω της προέγκρισης και της διαχείρισης των περιστατικών, για να περιοριστούν οι αχρείαστες νοσηλείες και εξετάσεις, και η προκλητή ζήτηση με έμφαση στις επιπλοκές. Σύμφωνα με στοιχεία του OECD, πάνω από το 10% της δαπάνης στα νοσοκομεία διοχετεύεται για τη διόρθωση αποτρέψιμων λαθών και λοιμώξεων, το οποίο συνιστά πεδίο με αξιόλογες δυνατότητες εξοικονόμησης.
→ Ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας μέσω επενδύσεων σε πρωτοβάθμια κέντρα και πολυϊατρεία, όπως το PZU Zdrowie στην Πολωνία, που αποτελούν στρατηγική για καλύτερη διαχείριση της ροής ασθενών και αποσυμφόρηση των νοσοκομείων.
→ Ανασχεδιασμός προϊόντων και εξατομίκευση με modular προϊόντα που επιτρέπουν στους ασφαλισμένους να «συναρμολογήσουν» οι ίδιοι ένα ασφαλιστικό προϊόν με βάση τις ανάγκες τους και τις εγγυήσεις προς τους παρόχους υγείας.
→ Πρόληψη μέσα από προγράμματα ευεξίας, για να περιοριστούν οι χρόνιες νόσοι και να αναβάλλονται ακριβές νοσηλείες. •
.gif?rand=9155)

















